The Hawk

Excerpt from the book: “The Cycles: Postcards from Infinity” – by Theo Bablekos
Setting out

It was Easter Sunday. The feast had begun early in the morning, and now, already afternoon, everyone was tired. My uncle was sleeping. My cousin had come from the neighboring house and suggested that all of us go for a ride.

“I’m going to sneak into our uncle’s house, take his shotgun and then we will all go hunting together!” he said. “What do you think? Isn’t it a great idea ?!”

We were all excited. Yes, it was a great idea. We would all go together to the fields and wander, experiencing the feeling of adventure and hunting. So, all of us children we gathered, and after my cousin took the gun and the cartridges from my uncle’s house in secret, we left.

On the road, we were all walking behind him. He was the undisputed leader. We respected him and admired him, since he could do something we could not do. Now and then he would stop, keeping us two to three meters behind him, and then he would aim and fire. He was aiming towards the air and the shots would not hit anything. From our side, we were all excited and we were asking him questions about the gun and how it worked. He would respond with courteousness and friendliness always keeping us safely behind him.

The Shot

At one point he stood again, took aim and fired, aiming toward the electric wires. We heard the sound of the gunshot. This time he cried out that something happened and that a bird had fallen on the ground. We all ran and got close. The bird was wounded on the wing and could not fly. It was struggling to escape, and it was furious and scared. It was a hawk that lived in the nearby fields, hunting in the surrounding area and it was hurt and very fierce. Its talons and beak were very sharp, and they could easily rip off the fingers of anyone who came near. It was still very strong and had no other wounds except the one on its wing. We all gathered around it, shouting and making gestures without knowing what to do.

At that moment, something pushed me to go forward and take the initiative. Perhaps the emotion was childish, to prove that I can do something as skillful and brave as my cousin, but whatever it was, I quickly took over the leadership of the scene. When I left home, I had in my pocket a silver chain, the kind that keep bathtub plugs in place. I took it out and after I passed it around the neck of the bird, I started pulling from the back of its head. I could do this safely, without risking being hurt by its beak. So, slowly I began to press forcefully in order to strangle it.

The Death of the Hawk

I remember that I didn’t feel sorrow or pity for the bird. All that was important was to kill it and quickly. At first, the force I was putting was not enough and its wings were still flapping. But then I started to push really hard. My cousin looked at me with curiosity and at the same time surprised that I was able to do something like this. The bird began breathing its last and before it died, it defecated on itself. I had heard that in their last moments, people would defecate on themselves as a final farewell to the world. Fear would clean their guts, and lighter would embark on their last journey. I was feeling a relentless witness in the last moments of this animal. After we buried it, we returned home and recounted the incident to our uncle who in the meantime had woken up.

Redemption

Ever since, this story had always haunted me. I was able to kill another creature without any pity and a part of myself that was cold and indifferent had come to the surface. This self was frightening, and I didn’t know how to handle him. He was pitiless and without mercy and would not stop at anything to reach his goal. Maybe that’s why I felt remorse after doing that, especially to an animal that I had always considered to be a friend and companion, a symbol of independence and freedom.

Many years passed and still the incident had not healed. A lot later, I was informed and remembered that in similar situations, ancient Greek warriors and medieval knights used similar techniques in order to put quickly to death their companions who were fatally injured in battle. The medieval knights especially used a special short, pointed sword which they called miséricorde. This sword would quickly pierce the hearts of their companions who would find almost instant death and redemption.

A Different View

This information gave me a new push in order to help me get a different view of the scene. I saw another part of myself taking action, a part that didn’t have to think or hesitate, but on an impulse, knew exactly how to act and handle the situation. And without remorse or mercy, it was able to deliver the final coup de grâce to another being, just the moment it was dearly needed. Even now as I write the story, I remember how all of us children we finally agreed that the way things turned out, killing the hawk was the best thing to do. If we had left it in the fields, it would have found a very slow death. Most likely, it would have died of hunger in a few days because of its wounded wing.

This story always stands out and remains in my memory. Every time I recollect it, I feel my connection with it. The players and their role were chosen that day, and something bigger pushed me and joined my fate with another creature through an act of life and death. Now I can let the soul of this animal, of this brother, fly free, and its spirit to accompany me forever.

 

 

Το Γεράκι

Απόσπασμα από το βιβλίο: “Οι Κύκλοι: Καρτ Ποστάλ από το Άπειρο” – από τον Θεόδωρο Μπαμπλέκο
Ξεκινώντας

Ήταν Κυριακή του Πάσχα. Η γιορτή είχε αρχίσει από νωρίς το πρωί και τώρα, ήδη μεσημέρι προς απόγευμα, ήταν όλοι κουρασμένοι. Ο Θείος κοιμόταν. Ο ξάδερφος μου είχε έρθει από το γειτονικό σπίτι και πρότεινε σε όλα τα παιδιά να πάμε βόλτα.

“Θα πάω να πάρω στα κρυφά το δίκαννο του Θείου και θα πάμε όλοι μαζί να κυνηγήσουμε!”, μας είπε. “Tι λέτε; Δεν είναι ωραία ιδέα;!”

Ενθουσιαστήκαμε όλοι. Θαυμάσια ιδέα. Θα πηγαίναμε όλοι μαζί στα χωράφια και θα αισθανόμασταν το συναίσθημα της περιπλάνησης, της περιπέτειας και του κυνηγιού. Μαζευτήκαμε λοιπόν όλα τα παιδιά και αφού ο ξάδερφος μου μπήκε στο σπίτι του Θείου και πήρε το όπλο και τα φυσίγγια κρυφά, ξεκινήσαμε.

Στο δρόμο, όλοι προχωρούσαμε πίσω του. Ήταν ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός. Τον σεβόμασταν και τον θαυμάζαμε μιας και μπορούσε να κάνει κάτι που εμείς δεν μπορούσαμε. Που και που σταματούσε και αφού μας κρατούσε όλους γύρω στα δύο με τρία μέτρα πίσω του, σημάδευε και πυροβολούσε. Οι τουφεκιές ήταν στον αέρα και συνήθως δεν πετύχαιναν τίποτα. Εμείς ήμασταν ενθουσιασμένοι και όλοι με θαυμασμό τον ρωτούσαμε για το όπλο και το πώς λειτουργεί. Ο ίδιος μας απαντούσε με αβρότητα και φιλικότητα και μας κρατούσε προστατευτικά συνέχεια πίσω του σε ασφάλεια.

Η Τουφεκιά

Σε κάποια στιγμή στάθηκε και πάλι και πυροβόλησε. Σημάδεψε προς τα ηλεκτρικά σύρματα. Ακούστηκε η τουφεκιά. Αυτή τη φορά φώναξε ότι κάτι πέτυχε και ότι ένα πουλί είχε πέσει στο έδαφος. Τρέξαμε όλοι και φτάσαμε κοντά. Το πουλί είχε πληγωθεί στη φτερούγα και δεν μπορούσε να πετάξει. Αγωνιζόταν να ξεφύγει αγριεμένο και φοβισμένο. Ήταν ένα γεράκι που ζούσε στα χωράφια κυνηγώντας στη γύρω περιοχή. Ήταν πληγωμένο και πολύ άγριο. Τα νύχια του και το ράμφος του ήταν πολύ κοφτερά και αν έβαζες τα δάχτυλά σου κοντά θα τα ξέσκιζε. Ήτανακόμη πολύ γερό και δεν είχε άλλες πληγές εκτός από τη φτερούγα του. Γύρω του, εμείς φωνάζαμε και χειρονομούσαμε χωρίς να ξέρουμε τι να κάνουμε.

Εκείνη τη στιγμή κάτι με έσπρωξε να βγω μπροστά και να αναλάβω πρωτοβουλία. Ίσως το συναίσθημα να ήταν παιδιάστικο, να αποδείξω ότι μπορώ κι εγώ να κάνω κάτι εξ΄ ίσου ικανό και γενναίο όπως ο ξάδερφος μου, αλλά ότι κι αν ήταν, ανέλαβα γρήγορα και άμεσα την αρχηγία της σκηνής. Πριν φύγω από το σπίτι, είχα κρατήσει στην τσέπη μου για παιχνίδι μια ασημένια αλυσίδα. Από αυτές που κρατάνε τις τάπες στις μπανιέρες. Την έβγαλα και αφού την πέρασα γύρω από το λαιμό του πουλιού, άρχισα να τραβάω από το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Μπορούσα να το κάνω με ασφάλεια χωρίς να κινδυνεύω να με πληγώσει με το ράμφος του. Έτσι άρχισα σιγά σιγά να πιέζω με δύναμη, με σκοπό να το στραγγαλίσω.

Ο Θάνατος του Γερακιού

Θυμάμαι ότι δεν αισθανόμουν κάποια λύπη ή οίκτο για το πουλί. Το μόνο που ήταν σημαντικό ήταν να το σκοτώσω και γρήγορα. Στην αρχή η δύναμη που έβαζα δεν ήταν αρκετή κι αυτό ακόμη φτερούγιζε. Μετά όμως άρχισα να πιέζω πραγματικά δυνατά. Ο ξάδερφος μου με κοιτούσε με περιέργεια και συνάμα με έκπληξη που μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Το πουλί άρχισε να φτάνει στα τελευταία του και πριν πεθάνει τα έκανε πάνω του. Είχα ακούσει ότι στις τελευταίες τους στιγμές οι άνθρωποι τα έκαναν πάνω τους σαν ένα τελευταίο αποχαιρετιστήριο στον κόσμο. Ο φόβος καθάριζε τα έντερά τους και έτσι έτοιμοι, έφευγαν ξαλαφρωμένοι για το τελευταίο τους ταξίδι. Τώρα το έβλεπα στην πράξη και αισθανόμουν ένας αδυσώπητος μάρτυρας στις τελευταίες στιγμές αυτού του ζώου. Τελικά πέθανε κι αφού το θάψαμε, γυρίσαμε πίσω και διηγηθήκαμε όσα συνέβησαν στο Θείο ο οποίος στο μεταξύ είχε ξυπνήσει.

Η Λύτρωση

Αυτή η ιστορία, είχε παραμείνει από τότε ζωντανή στη μνήμη μου. Είχα μπορέσει και είχα σκοτώσει ένα άλλο πλάσμα χωρίς κάποιο οίκτο ή κάποια αναστολή. Ένα άλλο κομμάτι του εαυτού μου είχε βγει στην επιφάνεια και είχε εκτελέσει χωρίς σκέψεις. Αυτό το κομμάτι με τρόμαζε και με φόβιζε μιας και δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Αποτελούσε κάτι ψυχρό, κάτι χωρίς οίκτο ή έλεος, ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό. Τώρα αισθανόμουν τύψεις για το ότι μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο, ειδικά απέναντι σε ένα ζώο που το θεωρούσα πάντα φίλο και σύντροφο, σύμβολο της ανεξαρτησίας, της χαράς και της ελευθερίας.

Αρκετά χρόνια πέρασαν από τότε και το περιστατικό δεν είχε ακόμη θεραπευθεί. Πολύ αργότερα πληροφορήθηκα ότι σε παρόμοιες περιστάσεις, αρχαίοι πολεμιστές όπως για παράδειγμα οι αρχαίοι Έλληνες ή οι ιππότες του Μεσαίωνα, χρησιμοποιούσαν παρόμοιες τεχνικές για να θανατώνουν γρήγορα τους συντρόφους τους που είχαν πληγωθεί θανάσιμα στη μάχη. Αυτό το έκαναν σαν μια ύστατη πράξη ελέους ώστε να τους απαλλάξουν από τον πόνο και να φέρουν το γρήγορο θάνατο και τη λύτρωση. Συγκεκριμένα οι ιππότες του μεσαίωνα χρησιμοποιούσαν ένα κοντό και μυτερό ξίφος το οποίο ονόμαζαν miséricorde. Το ξίφος αυτό τρυπούσε γρήγορα την καρδιά των συντρόφων τους οι οποίοι έβρισκαν σχεδόν άμεσα το θάνατο.

Μια Διαφορετική Ματιά

Αυτή η πληροφορία μου έδωσε από τότε μια νέα ώθηση ώστε να μπορέσω να αποκτήσω μια διαφορετική εικόνα για τη σκηνή αυτή. Είδα ένα άλλο κομμάτι του εαυτού μου να αναλαμβάνει δράση, ένα κομμάτι που δεν χρειαζόταν να σκεφτεί λογικά αλλά που μέσα του ήξερε τι έπρεπε να γίνει. Και έτσι χωρίς οίκτο και με αδυσώπητο και γρήγορο τρόπο να δώσει τη χαριστική βολή σε έναν άλλο ον, σε έναν άλλο σύντροφο, τη στιγμή ακριβώς που χρειαζόταν. Ακόμη και τώρα που γράφω την ιστορία θυμάμαι πώς όλοι σαν παιδιά, συμφωνήσαμε στο τέλος ότι έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα ήταν καλύτερα που το σκοτώσαμε το γεράκι. Αν το αφήναμε έτσι θα έβρισκε έναν πολύ αργό θάνατο. Το πιο πιθανό είναι ότι θα πέθαινε από πείνα εξαιτίας της πληγωμένης του φτερούγας μέσα σε μερικές μέρες.

Αυτή η ιστορία πάντα ξεχωρίζει και δεσπόζει μέσα μου και κάθε φορά που τη θυμάμαι αισθάνομαι τη βαθύτερη σύνδεσή μου μαζί της. Ο σκοπός επέλεξε τους παίκτες και το ρόλο που θα έπαιζε ο καθένας. Κάτι μεγαλύτερο από μένα με έσπρωξε εκείνη την ημέρα και ένωσε τη μοίρα μου με ένα άλλο πλάσμα μέσα από μια πράξη ζωής και θανάτου. Τώρα ήρθε η ώρα ν΄ αφήσω την ψυχή αυτού του ζώου να πετάξει ελεύθερη, και το πνεύμα του, σαν αδελφός να με συντροφεύει για πάντα.